Αναγνώστες

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

H ΣΛΑΒΙΤΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΓΩΤΟ-ΜΟΥΝΙ




Σάββατο απόγευμα. Μοναχικός περίπατος στα σοκάκια της μεσαιωνικής πόλης Rovinj.

Ανεβαίνοντας το στενό δρομάκι που οδηγεί στην κορυφή του λόφου και στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ευφημίας, με το χαρακτηριστικό καμπαναριό ύψους 60 μέτρων, μια εντυπωσιακή γυναίκα με στενό κολλητό παντελόνι, γόβες και μοντέρνο πουκάμισο που άφηνε να διαγράφεται το στήθος της κάθεται σε ένα παγκάκι. Φορούσε γυαλίά ηλίου. Δεν το πιστεύω, είναι η Σλάβιτσα ντυμένη!  Ακούει μουσική και παίζει με το κινητό της. Την πλησιάζω, της βγάζω τα γυαλιά και ως εκ θαύματος πετάγεται πάνω, με αγκαλιάζει, με φιλάει, κλαίει από χαρά σαν μικρό παιδί. «Τι κάνεις εδώ;» τη ρωτάω. «Περιμένω τις άλλες μουνάρες». «Είμαστε καλεσμένες σε απογευματινό παγωτό-μουνί». «Ποιες θα είναι εκεί;» «Η Μαρία, η Ροζάλια και δυο ακόμη κορίτσια που δεν τα ξέρεις». «Κάτσε να δώσω σήμα ότι είσαι εδώ», μου λέει. «Είναι ευκαιρία να δεις τη διαδικασία προετοιμασίας και εκτέλεσης της συνταγής». Τρελάθηκα. Λες να με βάλουν στο βαρελάκι και να με φάνε οι αχόρταγες, σκέφθηκα. Δεν πέρασαν πάνω από δέκα λεπτά, όταν κατέφθασαν οι άλλες τέσσερις: η Μαρία, η Ροζάλια, η Ιβέτα και η Παυλίνα. Η Μαρία ήταν πιο συγκρατημένη, απλά με φίλησε, η Ροζάλια με γράπωσε, κόλλησε το στόμα της στο δικό μου, έβγαλε τη γλώσσα της και με έγλειψε, λες και ήμουν σκύλος. Η Ιβέτα και η Παυλίνα χαιρέτησαν με υπόκλιση. Ήταν οι πιο νεαρές, γύρω στα 25, ίσως 27-28, απλά ντυμένες, επιβλητικές, από τις γυναίκες που ο καθένας θα ήθελε δίπλα του. Σε όλη την πόλη κυκλοφορούσαν καλλονές.  Η Σλάβιτσα ψιθυρίζει για μην την ακούσουν οι άλλες. «Ξέρεις τι σιγανοπαπαδιές είναι αυτές, Μίκι». «Η Ιβέτα ξέσκισε τη Μαρία στο γλείψιμο το βράδυ των γενεθλίων της Ροζάλια». «Από τότε συνοδεύει τη Μαρία».» Η αλήθεια είναι ότι έχει ωραίο πισινό». «Άμα τη δεις γυμνή, θα χύσεις αμέσως!» «Άλλος άνδρας δεν θα υπάρχει;» «Όχι, θα φάμε μόνοι μας το παγωτό-μουνί». «Κατάλαβα, θα με γαμήσετε». «Αυτές θα σε γλείψουν μόνο, εγώ θα σε γαμήσω!» «Σήμερα το απόγευμα είσαι δικός μου αποκλειστικά». «Τη βρίσκω μαζί σου, δεν σε μοιράζομαι με άλλες!» «Εγώ σε βρήκα πρώτη στην παραλία». Ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Δεν είχα ούτε προφυλακτικά, ούτε κρέμα μαζί μου. Πήγαμε σε ένα φαρμακείο, αγοράσαμε τα αναγκαία. Πιασμένοι χέρι-χέρι γίναμε αντικείμενο θαυμασμού από τους περαστικούς. Η Σλάβιτσα ντυμένη με στενό παντελόνι και ψηλοτάκουνες γόβες, τραβούσε τα βλέμματα των περαστικών. Ήμουν ευτυχισμένος που συνόδευα μια τέτοια κούκλα. Ελαφρά μακιγιαρισμένη, με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο πίσω, περπατούσε ανάλαφρα, ήρεμα και αποφασιστικά.

Σταματήσαμε σε κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης. Αγόρασε χύμα κρέμα παγωτό σε μεγάλο δοχείο. Ο υπάλληλος μάλλον την ήξερε. Κούνησε το κεφάλι του, κατάλαβε το λόγο αγοράς του παγωτού. Της κράτησα το δοχείο. Συνεχίσαμε το περπάτημα κοντά στο λιμάνι.

Πάμε στο σπίτι της Μαρίας. Το διαμέρισμά της βρισκόταν στο δεύτερο όροφο μιας παλιάς μονοκατοικίας  με καφασωτά παράθυρα, ωραία διακοσμημένο. Χτυπήσαμε το κουδούνι και εμφανίστηκε η Μαρία ξεβράκωτη. Αν την έβλεπα ντυμένη, θα ανησυχούσα. Φορούσε μια ρόμπα, ενώ η Ιβέτα και η Παυλίνα μόλις είχαν βγει από το μπάνιο. Η Σλάβιτσα δίνει στη Μαρία το δοχείο για την προετοιμασία. «Έχει ζεστό νερό στο μπάνιο να πλυθεί ο Μίκι». Η Σλάβιτσα με αρπάζει, με γδύνει σιγά-σιγά, βγάζει κι αυτή τα ρούχα της και μπαίνουμε στο μπάνιο. Η Μαρία είχε βάλει μυρωδικά στο νερό. «Σήμερα θα σε πλύνω εγώ». «Εσύ, κάτσε αναπαυτικά στο κάθισμα». Είχε αφήσει την πόρτα μισάνοιχτη για να βλέπουν οι άλλες. Με έτριψε με το σφουγγάρι και έπλυνε καλά το καυλί μου. Μετά την έπλυνα, της έτριψα το μουνί της, της έβαλα τα δάχτυλα μέσα κι αυτή την αγαπημένη συνήθειά της δάχτυλο στον προστάτη. Οι άλλες έβλεπαν και μαλακίζονταν. Η Ιβέτα έσκυψε και έγλειψε τη Μαρία. Η Παυλίνα έβαλε το δάχτυλό της μέσα. «Βάλατε το παγωτό στο ψυγείο;» ρώτησε η Σλάβιτσα. «Τι βλέπετε και μαλακίζεστε;» «Μπάνιο κάνουμε και χαϊδευόμαστε ταυτόχρονα!» «Θα σας αφήσω να τον γλείψετε με το παγωτό, αλλά μη διανοηθεί καμιά σας να του βάλει χέρι».

Είχε καυλώσει άγρια με το αμοιβαίο τρίψιμο, αλλά κρατήθηκε. Βγήκαμε, σκουπιστήκαμε, φορέσαμε μπουρνούζια και πήγαμε στο κεντρικό δωμάτιο, όπου οι άλλες είχαν τοποθετήσει το βαρελάκι και μέσα το παγωτό κρέμα. «Βρε, αυτές είναι παλαβές», σκέφθηκα.

Γδύθηκαν τελείως και τότε είδα τα εκπληκτικά σώματα της Ιβέτα και της Παυλίνα. Αποτριχωμένα μουνιά, η Ιβέτα φορούσε κλειτοριδικό δακτύλιο, μικρά στητά στήθη με κατακόκκινες ρώγες και στρογγυλά κωλομάγουλα. Έβγαλα τη ρόμπα και μπήκα στο βαρελάκι μέχρι τη μέση. Η αρχιέρεια έδωσε εντολές στις υποτακτικές της να με αλείψουν από την κορυφή ως τα νύχια με την κρέμα – είχε ωραία γεύση πραγματικά. Το
Rovinj φημίζεται για τα παγωτά του. Η Μαρία έριξε σταφίδες, μικρά αμύγδαλα, καρύδια, και άλλες περίεργες ουσίες. Η Παυλίνα με την Ιβέτα μου έβαζαν κρέμα στα κωλομάγουλά μου και τα τσιμπούσαν. Η επάλειψη κράτησε περίπου δέκα λεπτά. Ύστερα, σύμφωνα με τη  παράδοση, η μια μετά την άλλη με φίλησαν και μου έδωσαν το μουνί τους να το γλείψω. Η Σλάβιτσα παρακολουθούσε αμίλητη και ανέκφραστη την ιεροτελεστία.
«Ρίξτε σλιβοβίτσα μέσα στο παγωτό». Τα κορίτσια είχαν καλύτερη ιδέα: μαλακίστηκαν μέχρι που έχυσαν μέσα στο βαρελάκι. Μετά με μια κουτάλα ανακάτεψαν τα υγρά τους με τη σλιβοβίτσα και τους ξηρούς καρπούς. «Σλάβι, είναι έτοιμο το παγωτό-μουνί». «Βγάλτε τον από μέσα», διέταξε η Σλάβιτσα.

Με βγάλανε σχεδόν μισοπαγωμένο, με βάλανε στο τραπέζι, μου δέσανε τα πόδια και τα χέρια και άρχισαν να με γλείφουν. Γλώσσες, χέρια, πόδια, όλα μαζί συνεργάζονταν. Η Σλάβιτσα είχε πάρει το καυλί μου στο στόμα της. Η Μαρία μού δάγκωνε τις ρώγες μου – είμαι πολύ ευαίσθητος στο σημείο αυτό
η Ιβέτα με την Παυλίνα έγλειφαν τα πόδια μου. Η Ιβέτα, σε κάποια στιγμή που δεν έβλεπε η Σλάβιτσα, έβαλε τα μεγάλο δάκτυλο του ποδιού μου στο μουνί της! Μετά με αναποδογύρισαν και πάλι από την αρχή. Η Σλάβιτσα ξάπλωσε πάνω μου και τρίφτηκε. Οι άλλες καυλωμένες από το θέαμα άρχισαν να γλείφονται μεταξύ τους. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου. Μπορεί να με έψαχναν στο κέντρο παραθερισμού.

«Κορίτσια, κρατήστε τα χύσια σας για το Μίκι». Η Σλάβιτσα τις μάζεψε γύρω μου. Η καθεμια με τη σειρά διάλεγε το σημείο που θα άφηνε τα υγρά της. Η Μαρία τελείωσε στο καυλί μου, η Ιβέτα στο στήθος μου και η Παυλίνα, τι καταρράκτης ήταν αυτός, στο πρόσωπό μου!

Όταν τελείωσαν, η Σλάβιτσα με έλυσε και πήγαμε πάλι μαζί στο μπάνιο. Αυτή τη φορά ήρθαν και οι άλλες. Ο ένας έτριβε τον άλλο και βογγούσε από ηδονή. Δεν είχα ορατότητα καθόλου. Η Ιβέτα είχε καθήσει στο σβέρκο μου και η Παυλίνα έγλειφε  το μουνί της. Η Μαρία έβαζε χέρι στη Σλάβιτσα που σπαρταρούσε.

Όταν η αρχιέρεια σήμανε το τέλος της τελετής, βγήκαμε από το μπάνιο και ξαπλώσαμε στις πετσέτες. Το μαρτύριό μου δεν είχε τελειώσει. «Κορίτσια, κάντε κύκλο, ανοίξτε το στόμα σας και υποδεχτείτε το σπέρμα του Μίκι!» Η Σλάβιτσα πήρε το καυλί μου στην παλάμη της και, μόλις ήμουν έτοιμος, πλησίασα τα κορίτσια που πειθήνια περίμεναν τη δόση τους και έχυσα στα πρόσωπά τους. Η παράσταση είχε επιτυχώς ολοκληρωθεί.

Ντυθήκαμε, φιληθήκαμε σταυρωτά, χωρίς κλάματα αυτή τη φορά, αλλά με φανερά τα σημάδια της συγκίνησης. Οι δόκιμες ιέρειες έβαλαν το δάχτυλό στο μουνί τους, όπως προέβλεπε το πρωτόκολλο, και εγώ έπρεπε να το πιπιλίσω! Παγανιστική εκδήλωση με έντονο σεξουαλικό χαρακτήρα!

Η Σλάβιτσα ήρθε μαζί μου μέχρι την είσοδο της «
Monsena». Σε όλη τη διαδρομή των 3 χλμ με τον ήλιο να δύει σιγά-σιγά και τη δροσερή αύρα, περπατούσαμε αγκαλιασμένοι, ευτυχισμένοι. Είπε μια κουβέντα μόνο: «Σε ευχαριστώ που πήρες μέρος στην τελετή του παγωτού-μουνιού». «Ήταν πολύ σημαντικό για μένα και τα κορίτσια». «Ήσουν υπέροχος, δεν διαμαρτυρήθηκες καθόλου». «Μπορούσα να κάνω διαφορετικά;» Σε μια γωνιά με στρίμωξε άγρια, μού έβαλε χέρι και της έπιασα τα βυζιά. Καυτά φιλιά και χέρια έκαναν το θαύμα τους. Μόνοι μας πλέον, απαλλαγμένοι από τις δόκιμες, η αρχιέρεια και ο μαθητής της, πηδηχτήκαμε πίσω από ένα δένδρο. Κάποιος περαστικός είδε τη σκηνή. «Τι κάνετε εκεί στα αμπέλια μου;» «Γαμιόμαστε, δεν βλέπεις;» του απάντησε η Σλάβιτσα στα Κροατικά. Κόκκαλο ο άνθρωπος!

Την  έσφιξα στην αγκαλιά μου για τελευταία φορά, τη φίλησα στο μέτωπο, δεν άντεχα πια. Η Σλάβιτσα απομακρύνθηκε αργά. Είδα που σκούπιζε τα δάκρυά της με το μαντήλι. Γύρισα στο διαμέρισμα, ξαναπλύθηκα και ξάπλωσα μέχρι τις 7.30 που ξεκινούσε το επίσημο δείπνο.

Την Κυριακή θα φεύγαμε το απόγευμα με το νοικιασμένο πούλμαν για τη Βουδαπέστη. Λες να επέστρεφε το πρωί της Κυριακής  για τον τελευταίο γύρο στα βράχια;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου